- οὐλόμενα
- οὐλόμενονneut nom/voc/acc plοὐλόμενοςaccursedneut nom/voc/acc pl
Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.
Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.
οὐλομένα — οὐλομένᾱ , οὐλόμενος accursed fem nom/voc/acc dual οὐλομένᾱ , οὐλόμενος accursed fem nom/voc sg (doric aeolic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
οὐλομένας — οὐλομένᾱς , οὐλόμενος accursed fem acc pl οὐλομένᾱς , οὐλόμενος accursed fem gen sg (doric aeolic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
οὐλόμεν' — οὐλόμενα , οὐλόμενον neut nom/voc/acc pl οὐλόμενα , οὐλόμενος accursed neut nom/voc/acc pl οὐλόμενε , οὐλόμενος accursed masc voc sg οὐλόμεναι , οὐλόμενος accursed fem nom/voc pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
οὐλομέναν — οὐλομένᾱν , οὐλόμενος accursed fem acc sg (doric aeolic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)